«Η Κυβέρνηση της Ελλάδας με επιφόρτισε με την ευθύνη να σας αναγγείλω εδώ, ότι η Ελλάδα με την μεσολάβηση της Διακρατικής Επιτροπής της UNESCO για την προώθηση της επιστροφής πολιτιστικών θησαυρών στις χώρες καταγωγής τους, σύμφωνα με τις τυπικές διαδικασίες και σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει σήμερα στην Αγγλία, θα ζητήσει επίσημα την επιστροφή των Μαρμάρων της Ακρόπολης.»

Η Μελίνα Μερκούρη μιλά στο βήμα της παγκόσμιας διάσκεψης της ΟΥΝΕΣΚΟ για την Πολιτιστική Πολιτική στο Μεξικό, το καλοκαίρι του 1982. Σε συμφωνία με τον γενικό διευθυντή Φεντερίκο Μαγιόρ, με τον οποίο είναι φίλοι, θέτει επίσημα στον διεθνή οργανισμό το ζήτημα επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, τα οποία άρπαξε ο Έλγιν, από το Βρετανικό Μουσείο όπου βρίσκονται από τις αρχές του 19ου αιώνα.

«Δεν είμαστε αφελείς» λέει. «Ίσως να ‘ρθει η ημέρα που αυτός ο κόσμος θα δημιουργήσει άλλα οράματα, άλλες αντιλήψεις για την ιδιοκτησία, την πολιτιστική κληρονομιά και την ανθρώπινη δημιουργία. Και καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι τα μουσεία δεν μπορεί να αδειάσουν. Αλλά θέλω να σας υπενθυμίσω ότι για την περίπτωση των Μαρμάρων της Ακρόπολης δεν ζητούμε την επιστροφή ενός πίνακα ή ενός αγάλματος. Ζητούμε την αποκατάσταση ενός μοναδικού μνημείου, ξεχωριστού συμβόλου ενός πολιτισμού. Και πιστεύω ότι ήρθε ο καιρός αυτά τα Μάρμαρα να γυρίσουν πίσω στον γαλάζιο ουρανό της Αττικής, στο φυσικό τους χώρο, εκεί που αποτελούν δομικό και λειτουργικό μέρος ενός μοναδικού συνόλου…»

Ο λόγος της έχει πάθος, έχει όραμα, έχει και αγάπη για τα γλυπτά. Θέτει το ζήτημα για πρώτη φορά, στις 29 Ιουλίου 1982. και το θέτει ολοκληρωμένα: “Βλέπουμε την αλληλουχία των αρχαίων πολιτισμών κομματιασμένη, το παρελθόν γκρεμισμένο και τις θαυμάσιες ιδιαιτερότητες ξεθωριασμένες. Η μνήμη μας απειλείται και η ψυχή μας ξεραίνεται, η δημιουργικότητα ασφυκτιά, το παρόν ξεριζώνεται. Όποιος δεν έχει παρελθόν δεν έχει παρόν, λέει μια αραβική παροιμία. Αυτό το παρελθόν πρέπει να αναδυθεί από τα μουσεία για να γίνει πηγή έμπνευσης και δημιουργίας, να γίνει όργανο και χαρά του λαού …”
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, η υπουργός Πολιτισμού θα συναντήσει τους δημοσιογράφους στην Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου και θα μοιραστεί μαζί τους ό,τι ονειρεύεται. Όχι χωρίς αμφισβήτηση, εκείνοι θα γράψουν την άλλη μέρα κατεβατά και η εκστρατεία αρχίζει. Η Μελίνα έχει δίκιο που έθεσε το αίτημα, και όσοι την αμφισβητούσαν, άδικο. Αυτό θα φανεί σύντομα.

Λέγεται πως όλα ξεκίνησαν το 1960, στα γυρίσματα της ταινίας του Ζυλ Ντασσέν «Φαίδρα» στην οποία πρωταγωνιστούσε με τον Άντονι Πέρκινς. Οι Βρετανοί ζητούν πληρωμή για να αφήσουν το ελληνικό συνεργείο να κάνει γυρίσματα κινηματογραφώντας τα γλυπτά του Παρθενώνα. Χρήματα που δεν έχουν. Κι έπειτα, από πότε πρέπει να πληρώσεις για να κινηματογραφήσεις κάτι δικό σου;

Η Μελίνα αποφασίζει να κάνει σκοπό της ζωής της την επιστροφή των Μαρμάρων, ύστερα από αυτή την ατιμωτική πράξη των Eγγλέζων.

Η ίδια, δεν αναφέρει τίποτα περί αυτού στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Γεννήθηκα Ελληνίδα». Όμως, είχε μιλήσει κάποιες φορές για το περιστατικό και την επιβολή τελών, για τα οποία θύμωσε. Και όταν η Μελίνα θύμωνε, τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει.

Σε κάθε περίπτωση, το 1982 η ελληνική αντιπροσωπεία υπέβαλε σχέδιο σύστασης υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών στη χώρα μας, το οποίο και υπερψηφίστηκε. Δύο χρόνια αργότερα, η Ελλάδα υπέβαλε και επίσημο αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών και η Βρετανία το απέρριψε. Κάτι που επαναλήφθηκε και πάλι, αργότερα. Την ίδια χρονιά η Ελλάδα κατέθεσε νέο αίτημα και στην UNESCO, το 1987 το θέμα συμπεριλήφθηκε στην επίσημη ατζέντα των θεμάτων της UNESCO και έκτοτε συζητείται ανά διετία στις συνεδριάσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής.

Ωστόσο, όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρξε κάποιος ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα στις δύο πλευρές και η Ελλάδα κυρίως κινήθηκε στα διεθνή φόρα χωρίς να θέτει επιμέρους όρους για μια συμφωνία. Επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις κυρίως μέσω ενημέρωσης της κοινής γνώμης, με τα αποτελέσματα να αποτυπώνονται σε δημοσκοπήσεις, και «επιστράτευσης» προσωπικοτήτων υπέρ του ελληνικού αιτήματος, «όπλα» που χρησιμοποιήθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Η έλλειψη του Μουσείου Ακρόπολης αποτελούσε «φρένο» – αν και δεν ομολογούνταν δημοσίως – στις ελληνικές διεκδικήσεις.
Πρώτη από τους πολιτικούς του 20ού αιώνα, λοιπόν, έθεσε το αίτημα στην UNESCO. Είχε προαναγγείλει τις κινήσεις της, τον Ιανουάριο του 1982 σε συνέντευξη στο BBC.

«Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας. Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας…», είναι μία από τις δηλώσεις της.

Απευθυνόμενη στην βρετανική κυβέρνηση σημείωνε: Κρατήσατε αυτά τα γλυπτά για δύο σχεδόν αιώνες. Τα φροντίσατε όσο καλύτερα μπορούσατε, γεγονός για το οποίο και σας ευχαριστούμε. Όμως τώρα στο όνομα της δικαιοσύνης και της ηθικής παρακαλώ δώστε τα πίσω. Ειλικρινά πιστεύω ότι μια τέτοια χειρονομία εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας θα τιμούσε πάντα τ’ όνομά της».

Τον Απρίλιο του 1983 κάνει το πρώτο της ταξίδι στο Λονδίνο με την ιδιότητα της υπουργού Πολιτισμού. Η καμπάνια για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα έχει μόλις αρχίσει και φυσικά όλοι περιμένουν από τη δυναμική Ελληνίδα να θέσει το θέμα χωρίς περιστροφές. Στο επίσημο δείπνο στο Institute of Contemporary Art είναι παρών και ο τότε διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου σερ Ντέιβιντ Γουίλσον, όπως και δεκάδες άλλοι επίσημοι, Βρετανοί και Έλληνες.

Η Μελίνα εκφωνεί τον λόγο της, χωρίς την παραμικρή αναφορά στα «Μάρμαρα». Όλοι αναστενάζουν κρυφά με ανακούφιση. Και… κάνουν το λάθος να τη χειροκροτήσουν με θέρμη. Το διπλωματικό επεισόδιο έχει αποφευχθεί. Ή μήπως όχι;

Καθώς οι καλεσμένοι κάθονται και πάλι, η Μελίνα σηκώνεται ξανά για να τους ευχαριστήσει. Και (υποτίθεται) για να τους ζητήσει… συγγνώμη για τα καθόλου «κακά αγγλικά» της. «Ι hearit and reminded of what Dylan Thomas said of a British broadcaster: “He speaks as if he had Marbles in his mouth” («Με ακούω και θυμάμαι αυτό που είχε πει ο Ντίλαν Τόμας για κάποιον Βρετανό εκφωνητή: Μιλάει σαν να έχει Μάρμαρα στο στόμα του»).
Κάποιοι ξεροκαταπίνουν, κάποιοι χειροκροτούν ακόμα πιο δυνατά από πριν. Την αποθεώνουν. Και ό,τι είναι να γίνει από τη διπλωματική πλευρά, ας γίνει.
Δεν έγινε τίποτα.
Παρόλα ταύτα, το Βρετανικό Μουσείο και η κυβέρνηση της χώρας έχουν θορυβηθεί. Πρόσφατα αποχαρακτηρισμένα κυβερνητικά έγγραφα του Ηνωμένου Βασιλείου αποκαλύπτουν ότι το μέλλον των Μαρμάρων έγινε μείζον ζήτημα κατά την επίσκεψή της στο Λονδίνο της το διεθνούς φήμης Μελίνας Μερκούρη. Κυβερνητικά έγγραφα καταγράφουν ότι η «πολύχρωμη προσωπικότητά της και ο ρομαντικός σκοπός της προσέλκυσαν σημαντικό ενδιαφέρον και κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης».

Το προσωπικό του Φόρεϊν Όφις είχε αποφανθεί πως αναμφίβολα έκλεψε τα φώτα της δημοσιότητας από τον πρωταγωνιστή της, Ντέιβιντ Γουίλσον διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου». Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μιας «τηλεοπτικής ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των δύο σε έναν καναπέ» στο Ινστιτούτο Σύγχρονων Τεχνών του Λονδίνου, μετά από μια διάλεξη που έδωσε εκεί στις 22 Μαΐου 1983. Το βίντεο από εκείνη την συνάντηση, είναι από τα πλέον αριστουργηματικά.

«Θέλω πίσω τα μάρμαρά μου!» είπε εκείνη στον σερ Ντέιβιντ Ουίλσον, διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου κατά την εκδήλωση στο Institute of Contemporary Art για να πάρει την απάντηση:«Εσύ θέλεις τα δικά σου μάρμαρα, άλλοι θέλουν τα δικά τους». Η Μελίνα δεν άφησε αναπάντητες τις αιτιάσεις του  Ουίλσον λέγοντάς του: «Μα είναι μέλη εντός κτίσματος. Τα ξερίζωσαν. Υπάρχουν δηλαδή πολλοί Παρθενώνες στον κόσμο;».

Την ίδια χρονιά, με δική της πρωτοβουλία οπωσδήποτε (φυσικά και με του Κωνσταντίνου Αλαβάνου και του Ζυλ Ντασσέν, που τη συντρόφευσαν και πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στο εθνικό εγχείρημα), ιδρύεται η Βρετανική Επιτροπή για την Αποκατάσταση των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Η ίδρυση έγινε τον Οκτώβριο, από τον James Cubitt και την σύζυγό του Ελένη Cubitt, υπό την προεδρία του καθηγητή Robert Browning.

Το 1986 είναι η σπουδαία για την καμπάνια χρονιά, με την ομιλία της στην Oxford Union στις 12 Ιουνίου, για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, δημόσια συζήτηση και ψηφοφορία. Η πλειονότητα ψήφισε υπέρ της επιστροφής.

«Υπάρχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα. Όπως υπάρχει ο Δαβίδ του Michael Angelo, υπάρχει ο Μυστικός Δείπνος του Da Vinci, υπάρχει ο Ερμής του Πραξιτέλη, υπάρχουν οι Ψαράδες στη θάλασσα του Turner, υπάρχει η Capella Sixtina. Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα» είχε τονίσει στην ομιλία της το 1986 στην Οξφόρδη, παρουσία μάλιστα του αργότερα πρωθυπουργού της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον.

Είχε κληθεί από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να μιλήσει σε ένα debate για το θέμα των Μαρμάρων του Παρθενώνα και την επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα. Με το «πολιτικό της εκτόπισμα» και τη σαγηνευτική της παρουσία έβαλε στη θέση τους όλους όσους έλεγαν χωρίς ίχνος ντροπής ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα ανήκουν στους Βρετανούς. Μάλιστα είχε προειδοποιήσει το κοινό ότι δεν της ήταν εύκολο να μιλήσει ψύχραιμα για το θέμα. Και πώς να το κάνει άλλωστε.

«Ξέρετε, λένε ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε ένας θερμόαιμος λαός. Να σας πω κάτι, είναι αλήθεια. Και είναι γνωστό πως δεν αποτελώ εξαίρεση. Γνωρίζοντας τι σημαίνουν τα γλυπτά αυτά για τον ελληνικό λαό δεν είναι εύκολο να μιλήσω ψύχραιμα για το πώς πάρθηκαν τα Μάρμαρα από την Ελλάδα, αλλά θα προσπαθήσω. Το υπόσχομαι».

Εξιστορεί την ιστορία του λόρδου Έλγιν, πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη και δίνει λεπτομέρειες για το πώς άρπαξε τα γλυπτά από την υπόδουλη στην Οθωμανική αυτοκρατορία Αθήνα. Πείθει τους παριστάμενους ότι ο Έλγιν δεν είχε καμία άδεια, τα έκλεψε. Είναι η πρώτη νίκη.

Βεβαίως, έχει συλλάβει με τόλμη αλλά και σωφροσύνη τα επόμενα βήματα: δήλωση ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει πως τα παρθενώνεια γλυπτά είναι αναπόσπαστα μέρη ενός μοναδικού μνημείου και ότι δεν θα διεκδικήσει κάτι άλλο εκτός από αυτά. Πρόγραμμα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων γύρω από την Ακρόπολη (που έχει ολοκληρωθεί) ώστε να καταρριφθεί το βρετανικό επιχείρημα πως η μόλυνση θα τα κατέστρεφε σε περίπτωση επιστροφής. Και, ανέγερση ενός μεγάλου μουσείου για τα ευρήματα της Ακρόπολης, αναγκαίου ούτως ή άλλως για τόσο λαμπρά ευρήματα, που ασφυκτιούν σε έναν μικρό και ακατάλληλο χώρο.

Αντιδράσεις για την ανέγερση του Μουσείου και αποσπασματική αντιμετώπιση του θέματος, δεν επέτρεψαν, ωστόσο, να γίνει αυτό σύντομα. Πάντως, πρόσφατα αποχαρακτηρισμένα κυβερνητικά έγγραφα της βρετανικής πλευράς, δείχνουν ότι πράγματι φοβούνταν την ανέγερση.
Τον Απρίλιο του 1987 έγινε παρέμβαση της Ελληνικής αντιπροσωπείας στην 5η Σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO, που έγινε στο Παρίσι, με νέο στοιχείο την πρόθεση του Ελληνικού κράτους να κατασκευάσει το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ύστερα από διεθνή διαγωνισμό, στο οποίο θα μπορέσουν να στεγαστούν με τους καλύτερους όρους διεθνώς τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Την ίδια χρονιά έχουμε έκδοση του βιβλίου του Christopher Hitchens “The Elgin Marbles – Should they be returned to Greece?” σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά – αγγλικά). Η ελληνική έκδοση προλογίζεται από την Μελίνα Μερκούρη και τον Μανόλη Ανδρόνικο.

Τέλος, η Μελίνα εγκαινιάζει το Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως που θα στεγασθεί στο κτήριο Βάιλερ (Weiler). Εκεί όπου έμελλε να γίνει και το νέο μουσείο.

Το 1989 προκήρυξε διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό με δυνατότητα επιλογής από τον μελετητή μιας από τις τρεις θέσεις: οικόπεδο Μακρυγιάννη, Διόνυσος ή Κοίλη. Ο διαγωνισμός διεξήχθη υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ένωσης Αρχιτεκτόνων και συμμετείχαν σε αυτόν 438 γραφεία από 41 χώρες του κόσμου. Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής ήταν ο καθηγητής Γεώργιος Κανδύλης και το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στους Μανφρέντι  Νικολέτι και Λούτσιο Πασαρέλι από την Ιταλία. Το δεύτερο βραβείο πήραν οι Έλληνες Τάσος και Δημήτρης Μπίρης, Πάνος Κόκκορης και Ελένη Αμερικάνου. Το τρίτο βραβείο δόθηκε στον Ρέιμουντ Άμπραχαμ.
Μια προσφυγή του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων κατά του διαγωνισμού στο Συμβούλιο της Επικρατείας ανέτρεψε τα πάντα, αφού οδήγησε σε ακύρωσή του. Τον Ιανουάριο του 1995 λύθηκε η σύμβαση με τους Ιταλούς. Η πολιτεία προσπάθησε να ξεπεράσει τον σκόπελο ιδρύοντας τον Οργανισμό για την Ανέγερση του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως και αναθέτοντάς του το έργο, σε συνεργασία με το Ίδρυμα «Μελίνα Μερκούρη». Η Μελίνα δεν υπήρχε πια…

Κι ύστερα ήρθαν οι ανασκαφές στο οικόπεδο Μακρυγιάννη και τα ευρήματα, που άλλαξαν τα πάντα. Έγινε νέος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός με τους Μπερνάρ Τσουμί και Μ. Φωτιάδη ως νικητές (2001). Το μουσείο, ύστερα από 106 (!) προσφυγές, που απορρίφθηκαν όλες, επιτέλους ανεγέρθηκε και κοσμεί σήμερα την πρωτεύουσα.

Οι κυβερνήσεις από το ‘89 μέχρι το ’93 δεν έκαναν και πολλά, ή, για να ακριβολογούμε, δεν έκαναν σχεδόν τίποτα. Η Μελίνα επέστρεψε το 1993 στο υπουργείο, αν και για πολύ λίγο. Προλαβαίνει να βοηθήσει στη μεταστροφή της βρετανικής κοινής γνώμης μέσα από μια εκπομπή του Καναλιού 4. Το περίπου 90% αποδοχής του ελληνικού αιτήματος, ποσοστό θρυλικό, άλλαξε τις ισορροπίες και έπεισε ακόμα και τους πλέον δύσπιστους. Ο Ζυλ Ντασσέν είχε τη μεγαλοφυή ιδέα να ζητηθεί και η βοήθεια της κυπριακής παροικίας του Λονδίνου, κάτι που έγινε και συνέβαλε στην επιτυχία.

Το 2009 επιτέλους το Μουσείο Ακρόπολης εγκαινιάζεται. Στην επιτοίχια πλάκα που βρίσκεται μέσα στην είσοδο του Μουσείου αναγράφεται το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη μεταξύ των ευεργετών.

Σήμερα, πολλά χρόνια και πολλά βήματα μετά, δεν μπορεί παρά να πει κανείς ένα ακόμη μεγάλο «ευχαριστώ» στη Μελίνα Μερκούρη. Και να θυμηθεί, για μια ακόμη φορά, τα λόγια της, με συγκίνηση: «ελπίζω να δω τα Μάρμαρα πίσω στην Αθήνα προτού πεθάνω. Αν όμως έρθουν αργότερα, θα ξαναγεννηθώ».