Ο Ζυλ Μωυσής Ντασσέν (Julius Moses Dassin) γεννήθηκε στο Μιντλτάουν του Κονέκτικατ στις 18 Δεκεμβρίου, 1911. Μέλος μιας μεγάλης οικογένειας με επτά παιδιά (είχε τέσσερις αδελφούς και δύο αδελφές) ήταν γιος Εβραίων μεταναστών. Ο πατέρας του Σάμιουελ καταγόταν από την Οδησσό και η μητέρα του Μπερθ Βόγκελ ήταν Πωλλονο-Eβραία. Ο παππούς του εργαζόταν σαν κατασκευαστής περουκών στην όπερα της Οδησσού. Ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν σαν κουρέας, λάτρευε την κλασσική μουσική και μετέδωσε το πάθος του για τον Καρούζο σε όλα του τα παιδιά. Aυτή η σχέση με τις τέχνες υπήρξε μια κληρονομιά η οποία θα σημάδευε τις επόμενες γενιές της οικογένειας.

Η παιδική ηλικία του Ζυλ Ντασσέν ήταν δύσκολη. Η οικογένειά του είχε περιορισμένα μέσα διαβίωσης και έτσι μετακόμισαν στο Χάρλεμ και στο Μπρόνξ όσο ο Ζυλ ήταν ακόμη πολύ νέος. Όπως και τα μεγαλύτερα αδέλφια του, ο Ζυλ έπρεπε να δουλεύει σε διάφορες δουλειές με σκοπό να βοηθάει την οικογένειά του. Πήγαινε σε νυκτερινό σχολείο αλλά εξ’αιτίας των υποχρεώσεών του κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν τέλειωσε ποτέ το γυμνάσιο. Ο καθημερινός μόχθος για να μπορέσει να ζήσει και η διαρκής φτώχια, φύτεψαν τους πρώτους σπόρους της πολιτικής συνείδησης. Από πολύ νωρίς αισθανόταν τη μεγάλη αντίθεση μεταξύ της ένδειας του Χάρλεμ και της ευημερίας της 5ης Λεωφόρου. Η διαφορά στην ποιότητα ζωής ήταν πολύ προκλητική.

Γοητευμένος με τις τέχνες και ειδικά με το θέατρο, παρακολούθησε μαθήματα ηθοποιίας στην “Civic Repertory Theatre Company” που είχε ιδρύσει η Ευα Λε Γκαλιέν. Το εβραϊκό Θέατρο «ΑΡΤΕΦ» (ARTEF – Arbeter Teater Farband: τα αρχικά του σημαίνουν Θεατρική Ένωση Εργατών) ιδρύθηκε το 1925. Ο Ζυλ με τη βοήθεια της θείας του έμαθε γίντις (yiddish: εβραϊκή διάλεκτος) ώστε να μπορέσει να ενταχθεί στην ομάδα του θεάτρου. Δούλεψε σαν σκηνοθέτης για περίπου έξι χρόνια αφού πειραματίστηκε με την ηθοποιία. Όπως δηλώνουν τα αρχικά του η ιδεολογία των παραστάσεών του Άρτεφ ήταν αριστερή καθώς δημιουργήθηκε και υποστηρίχθηκε από εργάτες με ριζοσπαστικές ιδέες που δεν λάμβαναν αμοιβή για τη συμμετοχή τους στα θεατρικά έργα. Ήταν απόλυτα αφιερωμένοι στην ιδέα ενός θεάτρου για τις μάζες και αφιέρωναν τα απογεύματά τους σ’αυτό. Ο Ντασσέν δεν πληρωνόταν για τη συμμετοχή του. Όλη του τη ζωή θαύμαζε τους ηθοποιούς και σκηνοθέτες του θεάτρου Γίντις οι οποίοι επέδρασαν σημαντικά στο θέατρο της Νέας Υόρκης. Έλαβε μέρος σε θεατρικές παραγωγές όπως: “Rekrutn (Recruits)” του Λίπε Ρέσνικ, “First Prize or 200.000” του Σόλεμ Άλεισεμ, θεατρικά του Μόσε Κούλμπακ κ.λπ.

Μία από τις πρώτες του δουλειές ήταν η σκηνοθεσία μονόπρακτων θεατρικών έργων στις θερινές κατασκηνώσεις που υπήρχαν στα βουνά Κάτσκιλς (Camp Kinderland, Camp Nisht-Gedayget) όπου έκαναν τις διακοπές τους Εβραίοι εργάτες. Επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για να προσλάβει επαγγελματίες ηθοποιούς ή μουσικούς, ο Ντασσέν στράτευε απλούς πολίτες όπως εργάτες ή επισκέπτες να παίξουν στα θεατρικά έργα συμπεριλαμβανομένης και της μελλοντικής του συζύγου, βιολονίστας Μπέατρις Λόνερ. Πολλοί διάσημοι Αμερικανοί ηθοποιοί άρχισαν την καριέρα τους σ’αυτές τις κατασκηνώσεις.

Ήταν η εποχή της «Μεγάλης Οικονομικής Ύφεσης» (Great Depression) η οποία άρχισε στην Αμερική με το κραχ του χρηματιστηρίου το 1929. Οι επιπτώσεις ήταν καταστροφικές για το διεθνές εμπόριο, τα εισοδήματα κλπ. Οι ζωές των πολιτών διαλύθηκαν και η καθημερινή ζωή υποβαθμίστηκε. Το 1930 ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ ανακηρύχθηκε Πρόεδρος των ΗΠΑ. Δημιούργησε το «Νέο Κοινωνικό και Πολιτικό Πρόγραμμα» (New Deal) από το 1933 μέχρι το 1938, ένα πρόγραμμα οικονομικής επανόρθωσης. Ιδρύθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Έργων (Work Projects Administration – W.P.A.) ο οποίος δημιούργησε θέσεις εργασίας για πολλούς Αμερικανούς. Με αυτόν τον τρόπο ιδρύθηκε το Ομοσπονδιακό Θέατρο (Federal Theatre Project) στο οποίο εργάσθηκαν ηθοποιοί, σκηνοθέτες και συγγραφείς και το οποίο πρόσφερε διασκέδαση σε φτωχές οικογένειες. Ο Ζυλ Ντασσέν συμμετείχε σε διάφορες παραστάσεις. Σε μια από αυτές έπαιξε το ρόλο ενός νεαρού κάστορα στο παιδικό θεατρικό μιούζικαλ «Η Επανάσταση των Καστόρων» (The Revolt of the Beavers). Παραγωγές του Ομοσπονδιακού Θεάτρου συχνά έγιναν θέμα κριτικής για τη σοσιαλιστική τους ιδεολογία. Αναπόφευκτα αυτό οδήγησε στο κλείσιμο του θεάτρου από το Κογκρέσο το 1939 προς μεγάλη λύπη και οργή του κόσμου.

Το 1935 ο Ντασσέν παρακολούθησε την παράσταση του θεατρικού έργου «Περιμένοντας τον Αριστερό» (Waiting for Lefty) του Κλίφορντ Οντέτς που παρουσιάστηκε από το “Group Theatre” στο Μπρόντγουει, μια θεατρική ομάδα με συνιδρυτή τον Λι Στράσμπεργκ. Το θέμα ήταν η απεργία των ταξί κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Η απόφασή του να ενταχθεί στους κόλπους του κομμουνιστικού κόμματος επηρεάστηκε βαθιά από παρόμοια έργα και ειδικά από αυτό.

Η εφηβική του ηλικία καθορίστηκε από το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον καθώς και από την πολιτιστική και πνευματική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ‘30 στην Αμερική. Το επαναστατικό θέατρο και το κλείσιμο του Ομοσπονδιακού Θεάτρου καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την απόφασή του να ενταχθεί στο κομμουνιστικό κόμμα το οποίο αναπόφευκτα άσκησε μεγάλη επιρροή σε πολύ κόσμο στο απόγειο της ύφεσης. Ωστόσο ο Ντασσέν αποσύρθηκε από το κόμμα το 1939 λόγω γεγονότων που είχαν σχέση με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Άρχισε να γράφει κείμενα για το ραδιόφωνο. Μεταξύ άλλων έλαβε μέρος στη διάσημη εκπομπή της τραγουδίστριας Κέιτ Σμιθ για το CBS που ήταν από τα πιο πετυχημένα ραδιοφωνικά προγράμματα στην Αμερική από το 1931 έως το 1947. Την ίδια περίοδο, η σκηνοθεσία του στο έργο του Γκόγκολ «Το Παλτό» εντυπωσίασε τον παραγωγό του Μπρόντγουει Μάρτιν Γκέιμπελ ο οποίος του ανέθεσε τη σκηνοθεσία του «Μέντισιν Σόου» (Medicine Show) των Όσκαρ Σολ και Χ.Ρ. Χέις στο οποίο πρωταγωνιστούσαν οι Τζων Ράντολφ, Ντόροθι Μαγκουάιρ και Νόρμα Λόιντ. Η επιτυχία του σόου άλλαξε την καριέρα του καθώς η ποιότητα της δουλειάς του άνοιξε το δρόμο για το Χόλιγουντ.

Υπέγραψε συμβόλαιο έξι μηνών με την κινηματογραφική εταιρία RKO σαν μαθητευόμενος σκηνοθέτης, μια εργασία που μεταξύ άλλων περιλάμβανε τη θέση βοηθού σκηνοθέτη στον Άλφρεντ Χίτσκοκ για την ταινία «Ο κύριος και η κυρία Σμιθ» (Mr. and Mrs. Smith) με πρωταγωνίστρια την Κάρολ Λόμπαρντ.

Φεύγοντας από την RKO εργάσθηκε για την Metro Goldwyn Mayer. Το 1941 σκηνοθέτησε δύο ταινίες μικρού μήκους για τους Άρθουρ Ρουμπινστάιν και Μάριαν Άντερσον. Επίσης το 1941 σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «The Tell-Tale Heart» βασισμένη στο διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόου, μια δουλειά η οποία δεν έκανε αίσθηση μέχρι που τυχαία προβλήθηκε σε έναν κινηματογράφο. Εξ’ αιτίας του γεγονότος αυτού ο Ντασσέν υπέγραψε με την MGM επταετές συμβόλαιο.

Το 1942 σκηνοθέτησε τρεις ταινίες μεγάλου μήκους: «Nazi Agent», «Μετά την Καταισχύνη» ( Reunion in France) και «Οι Ερωτοδουλειές της Μάρθας» (Affairs of Martha). Στην ταινία «Nazi Agent» που ήταν υπόθεση κατασκοπείας πρωταγωνιστούσε ο Κόνραντ Βάιντ. Ο Τζον Γουέιν και η Τζόαν Κρόφορντ πρωταγωνιστούσαν στο «Μετά την Καταισχύνη» ένα επιτυχημένο ρομαντικό δράμα. Η ταινία «Οι Ερωτοδουλειές της Μάρθας» ήταν μια κωμωδία στην οποία πρωταγωνιστούσε η Μάρσα Χαντ. Το 1943 σκηνοθέτησε την ταινία «Young Ideas» με την Μαίρη Άστορ και το 1944 την ταινία «Το Φάντασμα του Κάντερβιλ» (The Canterville Ghost) βασισμένο στο διήγημα του Όσκαρ Γουάιλντ. Ο Τσαρλς Λότον υποδύθηκε το φάντασμα. Το 1946 σκηνοθέτησε την ταινία «A Letter for Evie» μια κωμωδία στην οποία πρωταγωνιστούσε η Μάρσα Χαντ και ο Χιούμ Κρόνιν και το 1946 την ταινία «Two Smart People» με την Λουσίλ Μπολ και τον Τζον Χόντιακ η οποία ήταν και η τελευταία ταινία που γύριζε για την MGM.

Ο Ζυλ Ντασσέν εκείνη την εποχή ήταν συνιδρυτής του «Actors Lab» ενός εργαστηρίου για ηθοποιούς με τάξεις για αρχάριους και επαγγελματίες, το οποίο συγκέντρωνε πολλούς αστέρες του Χόλυγουντ. Το θεατρικό έργο «Λεωφορείο ο Πόθος» (A Streetcar Named Desire) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά εκεί σαν μονόπρακτο με τίτλο «Πορτρέτο μιας Μαντόνας» (Portrait of a Madonna) με πρωταγωνίστρια την Τζέσικα Τάντι.

Ο Ντασσέν βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τον Λούις Μέιερ, συνιδρυτή της MGM, λόγω της μειωμένης συμμετοχής των σκηνοθετών στη δημιουργία μιας ταινίας. Δεν είχαν κανένα έλεγχο και εξουσία στη δουλειά τους και οι παραγωγοί είχαν τον τελευταίο λόγο στο μοντάζ. Δυσαρεστημένος με το επτάχρονο συμβόλαιό του, θέλησε να το διακόψει. Σταμάτησε να εργάζεται για δέκα μήνες κάνοντας «απεργία ενός ατόμου», αλλά γύρισε πίσω προσωρινά μέχρι την οριστική του ρήξη με τον Μάγιερ που ήταν μη αναστρέψιμη και το συμβόλαιο του με την MGM διακόπηκε.

Αποφάσισε να μην ξαναδεσμευτεί με μακροχρόνια συμβόλαια και συνεργάστηκε με τον ανεξάρτητο παραγωγό Μαρκ Χέλιντζερ το 1947. Η πρώτη ταινία αυτής της συνεργασίας ήταν ο «Δήμιος των Κολασμένων» (Brute Force) για την Universal, με πρωταγωνιστές των Μπερτ Λάνκαστερ και τον Χιουμ Κρόνιν, μια πολύ επιτυχημένη ταινία που εκτυλίσσεται σε φυλακή. Το 1948 γυρίζει πάλι με τον Χέλιντζερ την ταινία «Η Γυμνή Πόλη» (The Naked City) πάλι για την Universal, ένα κλασσικό φιλμ νουάρ με τους Μπάρι Φιτζέραλντ, Ντον Τέιλορ κα. Μ’αυτήν την ταινία ο Ντασσέν υπήρξε πρωτοπόρος αφού γύρισε αυτή την αστυνομική ιστορία εξ’ολοκλήρου σε εξωτερικούς χώρους της Νέας Υόρκης σε στυλ ντοκιμαντέρ. Η ταινία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και πήρε Όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας (Ουίλιαμ Ντάνιελς) και μοντάζ (Πολ Γουέδεργουοκς) καθώς και πολλές υποψηφιότητες για άλλα βραβεία. Ο Ντασσέν θεωρείται ένας από τους πρώτους «δασκάλους» του φιλμ νουάρ. Παρ’όλο που το κοινό ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό, ο ίδιος ήταν δυσαρεστημένος με το τελικό μοντάζ το οποίο έγινε χωρίς τη συναίνεσή του.

Μετά την ταινία «Η Γυμνή Πόλη» σκηνοθέτησε δύο θεατρικά έργα στη Νέα Υόρκη: το «Magdalena» ένα μιούζικαλ του οποίου τη μουσική συνέθεσε ο Χέιτορ Βίλα Λόμπος και το «Joy to the World» του Άλαν Σκοτ.

Το 1949 σκηνοθέτησε την ταινία «Οι Άνθρωποι του Αίματος» (Thieves’ Highway) για τον Ντάριλ Ζάνουκ επικεφαλής της Twentieth Century Fox, βασισμένη στο βιβλίο του Α. Ι. Μπεζερίντις «Thieves’ Market». Πρωταγωνιστές ήταν η Βαλεντίνα Κορτέζε και ο Ρίτσαρντ Κόντι ενώ η υπόθεση του φιλμ ήταν οι συγκρούσεις και ο έλεγχος της λαχαναγοράς του Σαν Φανσίσκο.

Ήταν η αρχή του Μακαρθισμού στην Αμερική. Για ανθρώπους σαν τον Ζυλ Ντασσέν άρχιζε μια τρομακτικά δύσκολη περίοδος που χαρακτηριζόταν από έντονα αντικομουνιστικά συναισθήματα και κράτησε περίπου μια δεκαετία από τα τέλη του 1940 μέχρι τα τέλη του 1950. Χιλιάδες Αμερικανοί κλήθηκαν να εμφανιστούν ενώπιον επιτροπών, με την κατηγορία ότι ήταν κομουνιστές ή συμμερίζονταν τις κομουνιστικές ιδέες. Η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών (House Un-American Activities Committee – HUAC) ήταν η κύρια επιτροπή που διηύθυνε τέτοιες έρευνες. Πολλοί φυλακίστηκαν και μεγάλος αριθμός ανθρώπων έχασε τις δουλειές του. Το Χόλυγουντ επλήγη ιδιαίτερα από αυτήν την αντικομουνιστική υστερία.
Δημιουργήθηκε η Μαύρη Λίστα του Χόλιγουντ και ο Γερουσιαστής Τζόζεφ Μακάρθι διεύθυνε τις έρευνες. Δέκα επαγγελματίες της κινηματογραφικής βιομηχανίας που δεν ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν διότι υποστήριξαν ότι η ίδια η Επιτροπή ήταν αντισυνταγματική, φυλακίστηκαν και έγιναν γνωστοί σαν «Οι Δέκα του Χόλιγουντ» (The Hollywood Ten). Ένας από αυτούς ήταν ο Άλμπερτ Μόλτζ ένας από τους σεναριογράφους της ταινίας «Η Γυμνή Πόλη».

Ο Ντασσέν «σώθηκε» από τον Ντάριλ Ζάνουκ ο οποίος τον πίεσε να φύγει από την Αμερική αμέσως και να πάει στο Λονδίνο με σκοπό να σκηνοθετήσει την ταινία «Η Νύχτα και η Πόλη» ( Night and the City). Γυρισμένη το 1950 για την Twentieth Century Fox, ήταν μια από τις καλύτερες δουλειές του. Η υπόθεση της ταινίας είχε να κάνει με τα κυκλώματα αγώνων πάλης και πρωταγωνιστούσαν οι Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ και Τζιν Τίρνει.

Τη δεκαετία του ’50 ταξίδεψε στο Παρίσι και στη Ρώμη. Στη Ρώμη επρόκειτο να σκηνοθετήσει το 1951 την «The Little World of Don Camillo» αλλά τελικά εγκατέλειψε το σχέδιο. Ενώ βρισκόταν στο φεστιβάλ των Κανών την επόμενη χρονιά, πληροφορήθηκε ότι είχε κατονομαστεί σαν κομμουνιστής από τον σκηνοθέτη Έντουαρντ Ντμίτρικ κατά τη διάρκεια ακρόασης της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Ο Ντασσέν παρ’όλα αυτά επέστρεψε στην Αμερική. Του έγινε μια πρόταση από τη Universal να σκηνοθετήσει μια ταινία με ψευδώνυμο την οποία και απέρριψε. Ήταν αδύνατο για αυτόν να υπογράψει οποιοδήποτε συμβόλαιο με το δικό του όνομα. Η μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε εκείνη τη χρονιά ήταν ένα ντοκιμαντέρ της σειράς «Γνωρίστε τους Δασκάλους» (Meet the Masters). Ο τίτλος του ήταν «Το Τρίο» (The Trio) και το θέμα του ήταν οι τρεις μεγάλοι μουσικοί Άρθουρ Ρουμπινστάιν, Γιάσα Χάιφετζ και Γκρέγκορ Πιατιγκόρσκι.

Η Μπέτι Ντέιβις αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις που πήγαζαν από το στίγμα του Ντασσέν σαν κομμουνιστή. Δέχθηκε τα παίξει στο θεατρικό έργο σκηνοθετημένο από εκείνον με τίτλο «Two’s Company» που παρουσιάστηκε σε διάφορα θέατρα στην Αμερική. Κατά τη διάρκεια μιας πρόβας o Ντασσέν κλήθηκε να παρουσιαστεί στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών στην Ουάσιγκτον. Δεν ανταποκρίθηκε αμέσως γιατί είχε σχεδιάσει τουρνέ σε διάφορες πολιτείες. Στα εγκαίνια της παράστασης στη Νέα Υόρκη έλαβε ένα τηλεγράφημα που τον πληροφορούσε για την αναβολή όλων των ακροάσεων. Παρ’όλα αυτά το όνομα του Ντασσέν φιγουράριζε σε ανεπίσημη Μαύρη Λίστα και ήταν δύσκολο γι’αυτόν να βρει δουλειά.

Το 1953 εκείνος και η οικογένειά του αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στη Γαλλία. Εκεί του ζητήθηκε να σκηνοθετήσει την ταινία «Public Enemy No 1» με πρωταγωνιστή τον Φερναντέλ. Τελικά η ταινία δεν έγινε ποτέ εφόσον δεν θα μπορούσε να βρει διανομέα στην Αμερική αν την σκηνοθετούσε ο Ντασσέν. Παρ’όλα αυτά οι Γάλλοι βοήθησαν πολύ τον Ντασσέν και τον έκαναν μέλος της Ένωσης Γάλλων Σκηνοθετών. Στο μεταξύ το Αμερικανικό διαβατήριό του κατασχέθηκε αλλά τελικά έλαβε ένα επίσημο έγγραφο από τους Γάλλους το οποίο του επέτρεπε να ταξιδεύει.
Μια άλλη προσφορά, αυτή τη φορά στη Ρώμη, επίσης δεν πραγματοποιήθηκε αφού ο Ντασσέν ήταν στιγματισμένος σαν «ανεπιθύμητος». Για άλλη μια φορά οι Ιταλοί κινηματογραφιστές του συμπαραστάθηκαν. Ο τίτλος της ταινίας ήταν «Mastro-don Gesualdo» βασισμένη στο ιταλικό μυθιστόρημα του Τζιοβάνι Βέργκα.

Η επόμενη ταινία που θα σκηνοθετούσε θα σηματοδοτούσε μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του: Αυτή ήταν η ταινία «Ριφιφί» (Du Rififi chez les Hommes), ένα κλασσικό φιλμ νουάρ βασισμένο στο βιβλίο του Ογκούστ Λε Μπρετόν, με τους Ζαν Σερβέ, Καρλ Μονέρ, τον ίδιο τον Ντασσέν κ.α. Ήταν τεράστια εμπορική επιτυχία, προσέφερε στον Ντασσέν το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ των Κανών το 1955 και έβαλε τέλος στην Μαύρη Λίστα. Η σκηνή της ληστείας που διαρκεί 33 λεπτά χωρίς διάλογο και μουσική είναι μοναδική στην ιστορία του κινηματογράφου για το μεγάλο σασπένς της. Στο φεστιβάλ των Κανών γνώρισε τη Μελίνα Μερκούρη που συμμετείχε στο φεστιβάλ για το ρόλο της στην ταινία «Στέλλα». Η συνάντηση αυτή υπήρξε καταλυτική και επρόκειτο να επηρεάσει την υπόλοιπη ζωή τους.

Το 1957 ο Ντασσέν γύρισε στην Κρήτη την ταινία «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (Celui qui doit Mourir) πάνω στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη με πρωταγωνιστές την Μελίνα Μερκούρη, τον Πιερ Βανέκ και για άλλη μια φορά τον Ζαν Σερβέ. Το 1959 σκηνοθέτησε την ταινία «Ο Νόμος» (The Law) βασισμένη στο βιβλίο του βραβευμένου με το βραβείο Γκονκούρ 1957 Roger Vailland. Πρωταγωνιστές ήταν η Τζίνα Λολομπρίτζιντα, ο νεαρός Μαρτσέλο Μαστροιάνι, η Μελίνα Μερκούρη, ο Ιβ Μοντάν, ο Πιερ Μπρασέρ κα.

Μετά την ταινία «Ριφιφί» ο επόμενος σταθμός στην καριέρα του ήλθε με την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (Never on Sunday) το 1960 με τους Τίτο Βανδή, Δέσπω Διαμαντίδου, Μελίνα Μερκούρη, τον ίδιο τον Ντασσέν το Γιώργο Φούντα, κα. Η ταινία όχι μόνο υπήρξε τεράστια εμπορική επιτυχία αλλά αποτέλεσε την καλύτερη διαφήμιση της Ελλάδας παγκόσμια. Το μουσικό θέμα της ταινίας «Τα Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο και οι στίχοι μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Η ταινία προτάθηκε από την Ακαδημία Κινηματογράφου στην Αμερική για πολλά βραβεία: καλύτερου σκηνοθέτη και σεναριογράφου, καλύτερης γυναικείας ερμηνείας και ενδυματολόγου. Στο Μάνο Χατζιδάκι απονεμήθηκε Όσκαρ για την μουσική ενώ η ταινία έλαβε το βραβείο «Χρυσή Σφαίρα» και η Μελίνα Μερκούρη το βραβείο καλύτερης ηθοποιού στο φεστιβάλ των Κανών.

Το 1961 ο Ντασσέν βρισκόταν στο Παρίσι όπου σκηνοθέτησε το θεατρικό έργο «Φλόρα» του Φράνκο Μπρουζάτι. Η σκηνογραφία ήταν του Αλεξάντερ Τράουνερ. Το 1962 γύρισε την ταινία «Φαίδρα» (Phaedra) στην Ελλάδα με τους Ραφ Βαλόουν, Μελίνα Μερκούρη, Άντονι Πέρκινς, κα. Τη μουσική της ταινίας συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης. Στην ταινία γίνεται έμμεση αναφορά στα Μάρμαρα του Παρθενώνα στη σκηνή της επίσκεψης της Μελίνας Μερκούρη στο βρετανικό μουσείο.
Σκηνοθέτησε επίσης το θεατρικό έργο «Isle of Children» του Ρόμπερτ Λ. Τζόζεφ το 1962. Το 1964 ήλθε άλλη μια μεγάλη επιτυχία με την ταινία που γύρισε για την United Artists στην Κωνσταντινούπολη που ήταν το «Τοπκαπί» (Topkapi) με τους Μελίνα Μερκούρη, Πίτερ Ουστίνοφ, Μαξιμίλιαν Σελ κα. Το σενάριο ήταν βασισμένο στο βιβλίο του Έρικ Άμπλερ. Αυτή ήταν η πρώτη έγχρωμη ταινία του Ντασσέν. Το 1966 γύρισε στην Ισπανία για την United Artists την ταινία «Στις 10:30 ένα Καλοκαιρινό Βράδυ» (10:30 pm Summer) πάνω στο βιβλίο της Μαργκερίτ Ντιράς με τους Μελίνα Μερκούρη, Ρόμι Σνάιντερ και Πίτερ Φιντς.

Η επόμενη δουλειά ήταν το θεατρικό «Ίλια Ντάρλινγκ» ( Ilya Darling) στο Μπρόντγουει, ένα μιούζικαλ βασισμένο στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» με πρωταγωνιστές τη Μελίνα Μερκούρη, Νίκο Κούρκουλο κα. Το έργο παιζόταν το 1967 και 1968. Η Μερκούρη και ο Ντασσέν προτάθηκαν για το βραβείο «Τόνι». Το 1967 έγινε δικτατορία στην Ελλάδα. Η Μελίνα Μερκούρη και ο Ζυλ Ντασσέν εναντιώθηκαν με σθένος στο χουντικό καθεστώς και επειδή και οι δύο εξέφραζαν ανοικτά τη γνώμη τους, τους απαγορεύτηκε να ζήσουν στην Ελλάδα για επτά χρόνια. Έζησαν στο Παρίσι και έκαναν τουρνέ σε Ευρώπη και Αμερική στο πλαίσιο της αντιδικτατορικής τους εκστρατείας.

Το 1968 στη διάρκεια του πολέμου των έξι ημερών ο Ντασσέν γύρισε ένα ντοκιμαντέρ στο Ισραήλ με τίτλο «Survival» (Hamilchama al Hashalom) στο οποίο πήρε συνεντεύξεις από τους Ντέιβιντ Μπεν Γκουριόν, Μόσε Νταγιάν κα. Το 1968 ο Ντασσέν γύρισε για την Paramount το ριμέικ της ταινίας «The Informer» με Αφρο-Αμερικανούς ηθοποιούς. Η ταινία είχε τον τίτλο «Uptight» και γυρίστηκε σε μια εποχή εξεγέρσεων, του κινήματος του Μαύρου Πάνθηρα και τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ. Το 1970 γύρισε την ταινία «Υπόσχεση την Αυγή» (Promise at Dawn) βασισμένη στο αυτοβιογραφικό έργο του Ρομέν Γκαρί με τους Μελίνα Μερκούρη, Ασάφ Νταγιάν, Δέσπω Διαμαντίδου, τον ίδιο κα.

Επηρεασμένος από την εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα το Νοέμβριο του 1974, ο Ντασσέν γύρισε στη Νέα Υόρκη την ταινία «Η Δοκιμή» ( The Rehearsal) που ήταν ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ και έκαναν την εμφάνισή τους αμισθί οι: Ολυμπία Δουκάκη, Μίκης Θεοδωράκης, Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασσέν, Σερ Λόρενς Ολίβιε, Μανουέλλα Παυλίδου, Μαξιμίλιαν Σελ, Λίλιαν Χέλμαν κα. Την θεωρούσε μια από τις καλύτερες του ταινίες. Ωστόσο η διανομή της ταινίας δεν έγινε ποτέ επειδή συνέπεσε με την πτώση της δικτατορίας. Ο Ζυλ Ντασσέν και η Μελίνα Μερκούρη επέστρεψαν στην Ελλάδα όπου έμειναν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Η Μελίνα έλαβε ενεργό μέρος στην ίδρυση και προβολή του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ).

Το 1978 ο Ντασσέν γύρισε την ταινία «Κραυγή Γυναικών» ( A Dream of Passion) με τους Ανδρέα Βουτσινά, Μελίνα Μερκούρη, Έλεν Μπέρνστιν, Δημήτρη Παπαμιχαήλ κα, που παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ των Κανών.
Το 1980 γύρισε στον Καναδά την ταινία «Στα 16 Γνώρισα τον Έρωτα» ( A Circle of Two) με πρωταγωνιστές τον Ρίτσαρντ Μπέρτον και την Τέιτουμ Ονίλ. Την επόμενη χρονιά το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές και η Μελίνα Μερκούρη έγινε υπουργός πολιτισμού. Θα παρέμενε στη ίδια θέση για οκτώ συνεχή χρόνια. Ο Ντασσέν υποστήριξε ολόψυχα το έργο της Μελίνας. Δεν ενδιαφερόταν μόνο με πάθος για τον ελληνικό πολιτισμό αλλά αφιέρωσε όλη του τη ζωή στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Ήταν ένας αληθινός φιλέλληνας.

Ο Ντασσέν μιλώντας για το έργο του, αναφερόταν στη σημασία του συνδυασμού του πραγματικού με τον λυρισμό. Ήταν μεγάλος θαυμαστής του ντοκιμαντέρ το οποίο ενσωμάτωσε σε πολλές από τις ταινίες του. Μπόρεσε να ζήσει και να δημιουργήσει σε διαφορετικές χώρες με την ίδια άνεση. Σαν πολίτης του κόσμου αγαπούσε και σεβόταν τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς του όπως και εκείνοι.

Μεταξύ 1975 και 1994 σκηνοθέτησε τα εξής θεατρικά έργα στην Αθήνα: «Η Όπερα της Πεντάρας» των Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Συντροφιά με τον Μπρεχτ», «Γλυκό Πουλί της Νιότης» του Τένεσι Γουίλιαμς , «Ποιός Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι, «Ένας Μήνας στην Εξοχή» του Ιβάν Τουργκένιεφ, «Το Σπίτι του Σπαραγμού» του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, «Ακρότητες» του Γουίλιαμ Μαστροσιμόνε, «Ο Δρόμος για την Μέκκα» του Άθολ Φούγκαρτ, «Άνατολ» του Αρθουρ Σνίτζλερ, «Ο Γλάρος» του Άντον Τσέχοφ και «Ο Θάνατος του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ.

Έλαβε τιμητικές διακρίσεις από την Ευρώπη και την Αμερική όπως τα διάσημα της Λεγεώνας της Τιμής και των Τεχνών και Γραμμάτων. Ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το ελληνικό κράτος του έδωσε τιμής ένεκεν την ελληνική υπηκοότητα το 1988 τιμώντας τον για την συνεισφορά του και την αγάπη του για την Ελλάδα.

Ο Ζυλ Ντασσέν παντρεύτηκε την Μπέατρις Λόνερ, διακεκριμένη βιολονίστα, το 1933 (χώρισαν το 1962). Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Τζόζεφ Άιρα (Τζο, διάσημο τραγουδιστή στη Γαλλία που απεβίωσε το 1980), την Ρισέλ και την Τζούλι. Οι εγγονοί του είναι οι: Τζόναθαν, Τζούλιεν και Τζόσουα.

Το 1966 παντρεύτηκε την Μελίνα Μερκούρη και έζησαν μαζί μέχρι το θάνατό της το 1994. Στη μνήμη της Μελίνας, ο Ζυλ Ντασσέν ίδρυσε το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη στην Πλάκα. Ο σκοπός του είναι να συνεχίσει το έργο της Μελίνας και ειδικά την εκστρατεία για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα. Ο Ζυλ Ντασσέν απεβίωσε στις 31 Μαρτίου, 2008. Ήταν 96 χρονών.

 

 

Πωλίνα Τζεϊράνη